Πόσο πληρώνουμε πραγματικά την κινητή τηλεφωνία

794

Έρευνα της Ovum για την Ένωση Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας

Η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση της κλίμακας με τις τιμές κινητής τηλεφωνίας στην Ευρώπη.

Μια διαφορετική εικόνα σε σχέση με εκείνη των μελετών της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, που φέρνουν την Ελλάδα αρκετά ακριβή όσον αφορά το κόστος χρήσης των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, δείχνει μελέτη της γνωστής εταιρείας Ovum, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ένωσης Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας (ΕΕΚΤ).

Στη μέση της κλίμακας
Σύμφωνα με τη μελέτη της Ovum, η οποία ακολουθεί μια διαφορετική μεθοδολογία, για την οποία υποστηρίζουν ότι βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματική χρήση των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα, η χώρα μας βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις τιμές μετά φόρων και είναι σχετικά φθηνή όσον αφορά το κόστος προ φόρων.

Το «καλάθι» των υπηρεσιών
Η Ovum χρησιμοποίησε ένα «καλάθι» υπηρεσιών που αντανακλά τον ελληνικό μέσο όρο χρήσης κατά την τετραετία 2014-2017. Το «καλάθι» αυτό περιλαμβάνει 175 λεπτά ομιλίας, 22 SMS και 0,33 GBs ανά μήνα. Στη συνέχεια συνέκρινε το κόστος για τις υπηρεσίες σε αυτό το συγκεκριμένο «καλάθι» σε 21 χώρες της ΕΕ, οι οποίες καλύπτουν το 98% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η Ελλάδα εμφανίζεται να είναι σε κόστος προ φόρων πιο φθηνή κατά 11% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (10,71 ευρώ έναντι 12,07 ευρώ). Όσον αφορά το κόστος μετά φόρων, η Ελλάδα, η οποία έχει από τις υψηλότερες φορολογήσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, είναι στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (14,8 ευρώ έναντι 14,9 ευρώ).

Ακόμη, όπως προκύπτει από την ίδια έρευνα, η πτώση στις τιμές όσον αφορά τις υπηρεσίες δεδομένων είναι σημαντική καθώς η τιμή αναφοράς ανά Gb έχει μειωθεί κατά 73% στο διάστημα 2014-2017, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην πτώση των τιμών για τις κινητές επικοινωνίες ήταν της τάξεως του 24%.

Επιπλέον, όσον αφορά την ποιότητα των συνδέσεων κινητής ευρυζωνικότητας, η Ελλάδα βρίσκεται σε αρκετά καλή θέση δεδομένου ότι κατά μέσο όρο η ταχύτητα λήψης δεδομένων είναι στα 36,9 Mbps, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στα 35,9 Mbps.

Η μεθοδολογία της Κομισιόν
Η εικόνα για τις τιμές αλλάζει, πάντως, όταν το μοντέλο της Ovum εφαρμοστεί με βάση το προφίλ του μέσου Ευρωπαίου καταναλωτή ο οποίος καταναλώνει 153 λεπτά φωνητικής συνομιλίας ανά μήνα, στέλνει 66 SMS και κατεβάζει περίπου 1,66 GB, δηλαδή πέντε φορές περισσότερα σε σχέση με τον μέσο Έλληνα πελάτη κινητής. Με βάση το προφίλ του Ευρωπαίου πελάτη, οι τιμές μετά φόρων κατατάσσουν τη χώρα μας σε μία από τις ακριβότερες της ΕΕ. Συγκεκριμένα με βάση το προφίλ του μέσου Έλληνα πελάτη το μέσο μηνιαίο κόστος, μετά φόρων για την περίοδο 2014 – 2017 ήταν 14,80 ευρώ, αλλά με βάση το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό προφίλ χρήσης το κόστος σχεδόν διπλασιάζεται και φτάνει τα 27,04 ευρώ.

Η ΕΕ δεν υπολογίζει τις προσφορές
Στην Ovum υποστηρίζουν πως η Κομισιόν βλέπει τα πακέτα που προσφέρονται σε κάθε αγορά, αλλά το συγκεκριμένο μοντέλο δεν συμπεριλαμβάνει τις προσφορές κ.ά. Σε αντίθεση, η μελέτη της Ovum περιλαμβάνει όλα τα πακέτα για όλους τους πελάτες, ώστε να εντοπίσει την τιμή ανά υπηρεσία και στη συνέχεια να υπολογίσει τη μέση τιμή για τον μέσο Έλληνα καταναλωτή και τον μέσο Ευρωπαίο. Υπολογίζει την τιμή ανά λεπτό, την τιμή ανά SMS και το κόστος ανά GB με βάση τα έσοδα των εταιρειών σε κάθε κατηγορία υπηρεσίας αφού τα διαιρέσει με τη μηνιαία χρήση. Ειδικά για τις τιμές στα δεδομένα, η πτώση στο κόστος για τον μέσο χρήστη φτάνει το 73% μεταξύ του 2014 και του 2017, πάλι με βάση τους υπολογισμούς της Ovum.

Ο γενικός διευθυντής της ΕΕΚΤ, Γιώργος Στεφανόπουλος, υποστήριξε πως από το 2019 και η ΕΛΣΤΑΤ θα παρουσιάζει στοιχεία για το κόστος των τηλεπικοινωνιών με βάση νέο μοντέλο που έχει συμφωνηθεί με τους παρόχους και με στοιχεία που θα δίνουν οι πάροχοι. Σημειώνεται πως με βάση το υφιστάμενο μοντέλο της ΕΛΣΤΑΤ, το κόστος των τηλεπικοινωνιών έχει αυξηθεί τον τελευταίο χρόνο κατά περίπου 5%, κάτι που αποδίδεται από τις εταιρείες στο μοντέλο που χρησιμοποιεί η στατιστική υπηρεσία. «Μάλιστα αυτή η θεσμική συζήτηση με τους υπευθύνους δεν έχει ξαναγίνει», είπε ο γενικός διευθυντής της ΕΕΚΤ, με αφορμή τη διαπραγμάτευση με την ΕΛΣΤΑΤ.

«Η προσπάθεια της ΕΕΚΤ είναι να δώσουμε μια μελέτη όσο μπορούμε πιο κοντά στην πραγματικότητα του Έλληνα καταναλωτή, η οποία έχει ήδη παρουσιαστεί στις αρμόδιες αρχές», τόνισε ο κ. Στεφανόπουλος. «Η μελέτη είναι διακριτή και προσεγγίζει τις πραγματικές τιμές όπως τις προσλαμβάνει ο Έλληνας καταναλωτής».

Έχουν γίνει μεγάλες μειώσεις στις χρεώσεις κινητής
 «Δεν είμαστε η πιο ακριβή χώρα αν δούμε τις πραγματικές τιμές», είχε επισημάνει στην «Καθημερινή» ο κ. Στεφανόπουλος από την ΕΕΚΤ, ερωτηθείς για τα συμπεράσματα των μελετών της ΕΕ και του ΟΟΣΑ για τις σχετικές χρεώσεις. «Ο Έλληνας καταναλωτής», προσθέτει, «πληρώνει φόρους που ανέρχονται σε 45 σεντ στο ευρώ. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη, και η στρέβλωση αυτή δεν μεταφέρει στο πορτοφόλι των καταναλωτών το σύνολο των μειώσεων που πραγματοποιούν οι πάροχοι. Αν εξαιρέσουμε, επομένως, τη φορολογία, η Ελλάδα μεταφέρεται στις θέσεις 12 έως 16 μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το δεύτερο στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό, και στο οποίο θα επανέλθουμε μέσω θεσμικού διαλόγου, είναι ο τρόπος που γίνεται η δειγματοληψία των χρεώσεων και τα πακέτα στα οποία αυτές αναφέρονται. Τα καλάθια υπηρεσιών, στα οποία βασίζεται η ΕΛΣΤΑΤ για να γίνει η σύγκριση των χρεώσεων, έχουμε την αίσθηση ότι είναι απαρχαιωμένα και ότι πλέον στους χρήστες προσφέρονται πολύ φθηνότερα πακέτα. Συνεπώς, πρέπει να τα ξαναδούμε. Το τρίτο στοιχείο που πρέπει να επανεξεταστεί είναι ότι οι συγκρίσεις που γίνονται αφορούν τιμές τιμοκαταλόγου, ενώ οι πραγματικές τιμές περιλαμβάνουν σημαντικές εκπτώσεις για διάφορους λόγους».

Σύμφωνα με τον κ. Στεφανόπουλο, υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που στρεβλώνουν τις χρεώσεις κινητής στην Ελλάδα: 1. Η υψηλή φορολογία. 2. Η αξιοποίηση ξεπερασμένων «καλαθιών» υπηρεσιών κινητής για τις συγκρίσεις. 3. Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών χρεώσεων.

Όσον αφορά την υψηλή φορολογία, παραδέχεται ότι η Ελλάδα μαζί με την Ουγγαρία έχουν την υψηλότερη φορολογία, που πλησιάζει το 45% του τελικού λογαριασμού. Για τα ξεπερασμένα «καλάθια» υπηρεσιών που αξιοποιούνται στη σύγκριση, η ΕΕΚΤ έχει ζητήσει συνάντηση με τη διοίκηση της ΕΛΣΤΑΤ, προκειμένου να συζητηθεί το θέμα.

Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της ΕΕΚΤ, ακόμα και η τελευταία αξιολόγηση του δείκτη DESI (Δείκτης Ψηφιακής Οικονομίας) 2018, που παρουσιάστηκε πρόσφατα από την Κομισιόν, είναι παραπλανητική σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις, καθώς παρουσιάζει το κόστος ενός πακέτου μέσης χρήσης στα 48 ευρώ για την Ελλάδα, έναντι 24 ευρώ στην ΕΕ.

Το συγκεκριμένο πακέτο, αναφέρει ο κ. Στεφανόπουλος, «είναι ακατάλληλο για ουσιαστική σύγκριση, δεδομένου ότι συγκεντρώνει ένα ασήμαντο ποσοστό της συνδρομητικής βάσης των οικιακών πελατών κινητής, ίσως μικρότερο του 1%». Αντίθετα, σημειώνει ότι οι εταιρείες διαθέτουν στην αγορά πολύ πιο ανταγωνιστικές και επωφελείς για τους καταναλωτές προσφορές, και μάλιστα χωρίς να περιλαμβάνονται οι ειδικές εκπτώσεις που δίνονται, ανάλογα με τη χρήση.

Κατά τον κ. Στεφανόπουλο, η αγορά κινητής τηλεφωνίας είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική, παρά τη μεγάλη μείωση εσόδων που έχει υποστεί. «Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μείωση των χρεώσεων γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η βιομηχανία έχει υποστεί γενναία μείωση εσόδων, περίπου 43% κατά την τελευταία εξαετία», λέει και χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μείωση ως τη μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στην ΕΕ. Παρά τη μεγάλη κάμψη εσόδων, αναφέρει, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν και να επενδύουν και να μειώνουν τις χρεώσεις τους. «Υπογραμμίζω», σημειώνει, «ότι διανύουμε περίοδο υψηλών επενδύσεων που αφορούν είτε τη σύγκλιση σταθερής και κινητής είτε τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και την εισαγωγή νέων υπηρεσιών, π.χ. παροχής οπτικοακουστικού περιεχομένου. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρουμε», καταλήγει, «ότι την πενταετία 2016-2020 θα γίνουν πολύ μεγάλες επενδύσεις που αφορούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό ολόκληρης της χώρας».

Περιοδικό Κινητά Νέα, τεύχος Ιανουαρίου 2019