ΕΕΤΤ: Αποκλιμακώνονται οι τιμές στην κινητή τηλεφωνία

776

Οι τιμές στην κινητή τηλεφωνία αποκλιμακώνονται, τόνισε η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) προς απάντηση σε επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή, και με αφορμή την πρόσφατη έρευνα της Rewheel.

Συγκεκριμένα, σε έγγραφο που στάλθηκε με αφορμή την ερώτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Μάξιμου Χαρακόπουλου για το κόστος κινητής τηλεφωνίας, η ΕΕΤΤ αναφέρει σχετικά με τη διαπίστωση ότι η “είναι η μόνη χώρα της ΕΕ και του ΟΟΣΑ όπου οι καταναλωτές δε μπορούν να αγοράσουν GB δεδομένων σε προγράμματα 4G κινητής που περιλάμβαναν 1000 λεπτά ομιλίας εντός Ελλάδας με προϋπολογισμό έως και 30 ευρώ τον μήνα”, η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. “Ενδεικτικά, εδώ και μερικούς μήνες υπάρχει πρόγραμμα με 1000 λεπτά, 1000 SMSκαι 3GBστα 27,95 ευρώ, ενσωματωμένου του τέλους συνδρομητών κινητής”, σημειώνεται στο υπόμνημα.

Η ΕΕΤΤ αναφέρει ακόμη ότι η υπόθεση αγοράς 1.000 λεπτών ομιλίας τον μήνα επί της οποίας επιχειρείται η άντληση συμπερασμάτων για τη χώρα και η σύγκριση της με άλλες, δεν συνάδει με τη μέση μηνιαια χρήση λεπτών ομιλίας στην Ελλάδα, ανερχόμενη το 2019 στα 283 λεπτά ομιλίας ανά μήνες για χρήστες συμβολαίου ή 204 λεπτά ομιλίας ανά μήνα για όλους.

Η ΕΕΤΤ αναφέρει ακόμη ότι το μέσο μηνιαίο έσοδο ανά τύπο συνδρομητή κινητής ανέρχεται στα 6 ευρώ ανά ενεργό συνδρομητή καρτοκινητής, στα 22 ευρώ ανά συνδρομητή κινητής συμβολαίου και στα 12 ευρώ ανά συνδρομητής κινητής εν γένει. Με βάση αυτή τα στοιχεία αναφέρεται ότι “διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των δαπανών που προκύπτουν από τις χρεώσεις βάσει ονομαστικών τιμών και αξιοποιούνται στις μελέτες σύγκρισης, με την πραγματική δαπάνη του συνδρομητή για τη χρήση υπηρεσιών κινητής. Κατ΄ επέκταση τα όποια συμπεράσματα αυτών των μελετών πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα αυτών των διαφορών μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών χρεώσεων στην εγχώρια αγορά”.

Στο έγγραφο της ΕΕΤΤ αναφέρεται ακόμη ότι σύμφωνα με της κοινοτικές οδηγίες δεν υπάρχει η δυνατότητα απευθείας παρέμβασης στις τιμές της αγοράς. “Δεν υπάρχει, επί του παρόντος, και η δυνατότητα επιβολής ρυθμιστικών μέτρων όπως π.χ. ενδεικτικά περιορισμός του ύψους των χρεώσεων, υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστοστρέφειας, κλπ.”.