Ο ΟΤΕ αυξάνει τις απαιτήσεις του από τη Siemens

46

Κατά 11 εκατ. ευρώ ανεβάζει τον πήχη των αποζημιώσεων που ζητεί από τη Siemens AG ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), ανεβάζοντας συνολικά τον «λογαριασμό» των διεκδικήσεών του στα 68 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με δημοσίευμα του “Βήματος”.

Παράλληλα, όπως αποκαλύπτεται, ο ΟΤΕ δεν επέτρεψε -και βρίσκεται στα δικαστήρια για αυτόν τον λόγο- τη μεταφορά των συμβάσεων που είχε συνάψει με τη Siemens στη Nokia Networks, σε αντίθεση με την ΕΡΓΟΣΕ, η οποία έδωσε το «πράσινο φως» στους Γερμανούς για την πώληση της σύμβασης του GSM-R στην ίδια εταιρεία, μίας προμήθειας ενταγμένης στην εξωδικαστική συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ του Δημοσίου και της γερμανικής εταιρείας.
 
Στο μεταξύ, έγγραφα αποκαλύπτουν ότι το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο χειρίζεται την εφαρμογή της συμφωνίας αποζημίωσης με τη Siemens, έχει βάλει σοβαρά εμπόδια στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο ζητούσε οδηγίες για να υπερασπιστεί το Δημόσιο σε υπόθεση προσφυγής πολιτών κατά της συμφωνίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).
 
Ο ΟΤΕ διεκδικεί 68 εκατ. ευρώ για τις μίζες
 
Συγκεκριμένα, ο OTE επέκτεινε το αίτημά του για αποζημίωση κατά της Siemens ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 57 εκατ. ευρώ, κατά ποσό 11 εκατ. ευρώ περίπου, με βάση νεότερα στοιχεία που προέκυψαν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στην Ελλάδα.
 
Ο ΟΤΕ προσέφυγε κατά της Siemens τον Ιούλιο του 2008 στα γερμανικά δικαστήρια, ζητώντας πρόσβαση στα στοιχεία των εσωτερικών ερευνών της εταιρείας για τα συμβόλαια που είχε συνάψει με τον Οργανισμό από το 1992 ως το 2006. Μάλιστα, το 2010 προχώρησε σε επέκταση των αξιώσεών του, διεκδικώντας 57 εκατ. ευρώ ως ζημιά για τις μίζες.
 
Σημειωτέον ότι ο ΟΤΕ έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στην Ελλάδα, επιφυλασσόμενος για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί από τις παράνομες πράξεις όσων έχουν εμπλακεί στο σκάνδαλο της Siemens. Το ίδιο έχει κάνει και στη δίκη του πρώην υπουργού Μεταφορών Τάσου Μαντέλη, προκειμένου να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της τέλεσης εις βάρος του αξιόποινων πράξεων.
 
Είπε «όχι» στην εκχώρηση των συμβάσεων
 
Στο μεταξύ, ο OTE δεν έχει συναινέσει στην εκχώρηση των συμβάσεων που είχε συνάψει με τη Siemens στη Νokia Siemens Networks και τη νυν διάδοχό της Nokia Networks διότι μέχρι και σήμερα δεν του έχουν δοθεί οι εγγυήσεις που έχει ζητήσει από το έτος 2007 προκειμένου να συναινέσει στην εκχώρηση.
 
Έτσι, η Nokia Networks έχει ασκήσει αγωγή κατά του ΟΤΕ, με την οποία ζητά να της καταβληθούν τα ποσά των τιμολογίων που έχει εκδώσει στο πλαίσιο των υπό εκχώρηση συμβάσεων, τα οποία ο ΟΤΕ αδυνατεί να πληρώσει λόγω του ότι δεν έχει συναινέσει στην εκχώρηση και συνεπώς η Nokia Networks δεν έχει καταστεί αντισυμβαλλομένη του ΟΤΕ.
 
Η προσφυγή στη δικαιοσύνη είχε γίνει από την προκάτοχο της Nokia Networks, δηλαδή την κοινοπραξία Nokia Siemens, η οποία τον Δεκέμβριο του 2012 άσκησε αγωγή κατά του ΟΤΕ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητά να καταβληθεί ποσό συνολικού ύψους 22,2 εκατ. ευρώ εντόκως από ανεξόφλητα τιμολόγια για τις συμβάσεις, μεταξύ του ΟΤΕ και των Siemens και Siemens Ηλεκτροτεχνικών Έργων και Προϊόντων. Μάλιστα, η τελευταία δηλώνει ότι αυτή είναι η δικαιούχος των απαιτήσεων και όχι η Nokia Networks. Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε για τις 7 Οκτωβρίου 2015.
 
Τα ακριβώς αντίθετα από την ΕΡΓΟΣΕ
 
Σε αντίθεση με τον ΟΤΕ, η ΕΡΓΟΣΕ, η οποία είχε σύμβαση με τη Siemens για το GSM-R, σύστημα ραδιοκάλυψης του σιδηρόδρομου, προϋπολογισμού 67 εκατ. ευρώ, συναίνεσε στην εκχώρηση της σύμβασης στη Nokia Networks, και μάλιστα με πανηγυρικές δηλώσεις σε δελτίο τύπου που εστάλη διεθνώς. Πληροφορίες από την αγορά θέλουν τη Siemens να μεταβιβάζει τη σύμβαση στη Nokia Networks αντί τιμήματος 1,5 εκατ. ευρώ.
 
Η συγκεκριμένη σύμβαση είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς τμήμα της, αξίας 27 εκατ. ευρώ, έχει ενταχθεί στην εξωδικαστική συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ των Γερμανών και του Δημοσίου, η οποία, παρά το ότι έχει ισχύ νόμου, δεν εφαρμόζεται σε αρκετά της σημεία από της Siemens και την Επιτροπή Εποπτείας, δημιουργώντας ερωτηματικά.
 
Τρικλοποδιά από το υπουργείο Οικονομικών
 
Το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο έχει και τον χειρισμό της υπόθεσης, έχει υποπέσει σε σημαντικά σφάλματα κατά τη διάρκεια εφαρμογής της σύμβασης με τη Siemes.
 
Σύμφωνα με έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), στις 26 Φεβρουαρίου 2013 είχε ζητηθεί από την προϊστάμενη της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών κυρία Πηνελόπη Παγώνη, η οποία τυγχάνει και πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας της Συμφωνίας, έγγραφο με τις απόψεις της προκειμένου το Δημόσιο να υπερασπιστεί τη συμφωνία κατά του κύρους της σύμβασης σε προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ.
 
Όμως έγγραφο δεν εστάλη. «Επειδή δεν ακολούθησε η εκ μέρους της διοικήσεως αποστολή της εκθέσεως απόψεων και του φακέλου της υποθέσεως» σημειώνεται, το ΝΣΚ «επανήλθε και ζήτησε εκ νέου την αποστολή των κρίσιμων αυτών στοιχείων» στις 26 Μαρτίου 2014, στις 16 Δεκεμβρίου 2014 και στις 19 Δεκεμβρίου 2014, από την κυρία Παγώνη.
 
«Στο τελευταία μάλιστα από τα έγγραφα αυτά τάσσεται προθεσμία (μέχρι 27.2.2015) για την αποστολή της εκθέσεως των απόψεων και του φακέλου της υποθέσεως εν όψει της δικασίμου της 10 Μαρτίου 2015 στο ΣτΕ» σημειώνεται. «Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έχει μέχρι σήμερα εξαντλήσει τις ενέργειες, οι οποίες είναι επιβεβλημένες βάσει των αρμοδιοτήτων του» αναφέρει το έγγραφο, όπου γίνεται παραδοχή ότι το υπουργείο Οικονομικών αρνούνταν να ενημερώσει το Συμβούλιο.
 
Το Δημόσιο αμφισβητεί τις υποχρεώσεις της Siemens
 
Σε άλλο έγγραφο που υπογράφει η πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας της Σύμβασης, αναφορικά με την υποχρέωση της εταιρείας να επενδύσει στην Ελλάδα, σημειώνεται ότι«κατά την επεξεργασία του προτεινόμενου σχεδίου επένδυσης της Siemens από την Επιτροπή Επενδύσεως, εκφράστηκαν αμφιβολίες περί της ερμηνείας» του σχετικού όρου της συμφωνίας. Εκεί σημειώνεται ότι έχει υποβληθεί εκ μέρους της Επιτροπής Εποπτείας«μέσω του πρώην υπουργού Οικονομικών σχετικό ερώτημα στο ΝΣΚ».
 
Ωστόσο, τα πρακτικά της Επιτροπής Επενδύσεων, τα οποία αποκάλυψε «Το Βήμα της Κυριακής» στις 26 Οκτωβρίου 2014, διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του εγγράφου της κυρίας Παγώνη.
 
Έπειτα από επτά μήνες συζητήσεων, στις 7 Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή Επενδύσεων απέρριψε την πρόταση της Siemens για δημιουργία «Παγκόσμιου Κέντρου Αριστείας» για το βιομηχανικό λογισμικό της εταιρείας -όπως είχε προτείνει η ίδια τον Μάρτιο του 2014- και εισηγήθηκε στην Επιτροπή Εποπτείας την καταγγελία της σύμβασης, καθώς το επενδυτικό σχέδιο που παρουσίασε η Siemens απείχε παρασάγγας από τις νόμιμες δεσμεύσεις της. Μάλιστα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ουδέποτε ετέθη ζήτημα αμφισβήτησης της ιστορικής υποχρέωσης της εταιρείας.
 
Όπως σημειώνεται, από την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής, ο πρόεδρός της και τότε γενικός γραμματέας Επενδύσεων του υπουργείου Ανάπτυξης κ. Πέτρος Σελέκος πρότεινε επενδύσεις στην αγορά της ενέργειας, στον τουρισμό ή στην πρωτογενή παραγωγή, στις οποίες «η απάντηση της Siemens σε αυτή την πρώτη διερεύνηση ήταν αρνητική». Το ίδιο έγινε και στη συνέχεια και για την πρόταση δημιουργίας εργοστασίου στη Θεσσαλονίκη, όπως αναφερόταν στην αιτιολογική έκθεση που συνόδευε την κύρωση της σύμβασης από τη Βουλή, αλλά και στην πρόταση για επένδυση στην αιολική ενέργεια.
 
Και κάπως έτσι, έπειτα από πλήθος συνεδριάσεων, η Siemens πρότεινε το «Παγκόσμιο Κέντρο Αριστείας» για το βιομηχανικό λογισμικό της, που σύμφωνα με δηλώσεις του επικεφαλής της στην Ελλάδα κ. Πάνου Ξυνή που αναφέρονται στα πρακτικά, «αποτελεί κορυφαία επενδυτική επιλογή». Ωστόσο, ούτε βελτίωση και εξειδίκευσή της υπήρξε ούτε και τεκμηρίωση της έγκρισής της από τη Siemens. Έτσι, ο πρόεδρος της Επιτροπής ζήτησε από τον υπουργό Οικονομικών «να εγκρίνει επίσημη διατύπωση και άμεση επίδοση δήλωσης διαμαρτυρίας προς τη γερμανική εταιρεία» για συστηματική παραβίαση της συμφωνίας.
 
Από τα πρακτικά προκύπτει ότι ουδέποτε υπήρξε αμφισβήτηση της υποχρέωσης της Siemens να επενδύσει στην Ελλάδα, μέχρις ότου το έκανε δια του ερωτήματος στο ΝΣΚ ο εκπρόσωπος του ελληνικού Δημοσίου.
 
Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον ότι παρά τις επιθετικές δηλώσεις που έχει κάνει για το ζήτημα ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάνης Βαρουφάκης δεν έχει ακόμη απαντήσει σε ερώτημα του ΝΣΚ, με το οποίο ζητείται επιβεβαίωση προκειμένου να προχωρήσει η επεξεργασία του ερωτήματος που είχε στείλει ο προκάτοχός του κ. Γκίκας Χαρδούβελης 10 ημέρες πριν από τις εκλογές.