Έπεσαν οι υπογραφές για τις συμβάσεις ραδιοσυχνοτήτων στην κινητή

54

Ολοκληρώθηκε πλέον και επίσημα η διαδικασία εκχώρησης του φάσματος της κινητής τηλεφωνίας στα 800 και 2.600 MHz, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) παρουσία των διευθυνόντων συμβούλων των τριών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.

 

Ο πρόεδρος της ΕΕΤΤ κ. Κωνσταντίνος Λουρόπουλος άνοιξε την εκδήλωση τονίζοντας τη σημασία των τηλεπικοινωνιών για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, χαρακτηρίζοντάς τες «εθνικό πλούτο». Από την πλευρά τους και οι τρεις επικεφαλής των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας κ.κ. Μιχάλης Τσαμάζ της Cosmote, Γλαύκος Περσιάνης της Vodafone, Νάσος Ζαρκαλής της Wind κράτησαν κοινή γραμμή: από τη μια εξήραν τη διοργάνωση της διαγωνιστικής διαδικασίας εκ μέρους της ΕΕΤΤ, από την άλλη εξέφρασαν τη δυσφορία τους για το υψηλό κόστος του τιμήματος για τις ραδιοσυχνότητες αλλά και για την καθυστέρηση που παρατηρείται όσον αφορά την αδειοδότηση των σταθμών βάσης-κεραιών.

 

Ο κ. Τσαμάζ αρχικά τόνισε ότι η συγκεκριμένη επένδυση έρχεται να προστεθεί στα 1,2 δισ. των επενδύσεων του ομίλου ΟΤΕ για δίκτυα νέας γενιάς, ενώ κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παρενέβη για να τονίσει ότι «πολύ σύντομα ο τελικός καταναλωτής θα αποκτήσει βελτιωμένη εμπειρία χάρη στην αναβάθμιση του δικτύου. Ο πελάτης μας θα έχει καλύτερη κάλυψη και καλύτερο ίντερνετ».

 

Ο κ. Περσιάνης στη δική του τοποθέτηση επανέλαβε τη θέση του ότι η Vodafone είναι υπέρ του ανταγωνισμού και των επενδύσεων, αλλά στάθηκε ιδιαίτερα σε δύο καίρια προβλήματα της αγοράς τηλεπικοινωνιών: πρώτον στην καθυστέρηση της αδειοδότησης των κεραιών και δεύτερον στην καθυστέρηση λήψης αποφάσεων από την ΕΕΤΤ, αναφερόμενος στην καταγγελία της Vodafone εις βάρος του ΟΤΕ για δεσπόζουσα θέση στην αγορά. «Αν δεν υπάρξουν νέες κεραίες, δεν θα μπορούμε να αξιοποιήσουμε το φάσμα», δήλωσε συμπληρώνοντας πως «δεν είναι δυνατόν να καταθέτεις ένα αίτημα (σ.σ. δηλ. την καταγγελία εις βάρος του ΟΤΕ) το 2013 και η απόφαση να βγαίνει τέλη του 2014».

 

Ο κ. Ζαρκαλής υπογράμμισε ότι από το 2010 η Wind έχει προχωρήσει σε υποδομές και επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ, χρήματα που «έμειναν εδώ για να στηρίξουν τον ελληνικό προϋπολογισμό». Συνεχίζοντας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην «απουσία εθνικής στρατηγικής για τις τηλεπικοινωνίες», χαρακτήρισε «υπερβολικό» το τίμημα για τις άδειες υπερθεματίζοντας πως «1 εκατ. για το φάσμα ισοδυναμεί με 50 θέσεις εργασίας για έναν χρόνο», και συμπλήρωσε πως «εξαιτίας της υπερβολικής φορολόγησης των εταιρειών δεν φαίνεται η πτώση των τιμών στον πελάτη». Φυσικά αφιέρωσε αρκετό χρόνο, όπως και οι δύο άλλοι διευθύνοντες σύμβουλοι, στο θέμα της αδειοδότησης των κεραιών. «Δεν μπορεί επί 20 χρόνια η ελληνική πολιτεία να αδυνατεί να ολοκληρώσει ένα σύστημα αδειοδότησης των σταθμών βάσης», είπε χαρακτηριστικά.

 

Ο κ. Λουρόπουλος, σχολιάζοντας τις δηλώσεις των επικεφαλής των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, δεσμεύτηκε για την επιτάχυνση των διαδικασιών που αφορούν τις κεραίες. «Ας έχουμε υπομονή να δούμε το τέλος ορισμένων διαδικασιών», είπε συγκεκριμένα. Σχετικά με το τίμημα του φάσματος το απέδωσε στις δύσκολες και ιδιαίτερες μακροοικονομικές συνθήκες της χώρας.

Να υπενθυμίσουμε:

Στα 381,114 εκατομμύρια έφτασαν τα έσοδα, που θα εισπράξει το ΤΑΙΠΕΔ από την εκχώρηση του φάσματος κινητής τηλεφωνίας.

Η ανοιχτή δημοπρασία ολοκληρώθηκε από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και αφορούσε στη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στις φασματικές περιοχές των 800 και 2600 MHz. Συνολικά, κατακυρώθηκε για 15 χρόνια στις εταιρίες COSMOTE, VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ και WIND όλο το διαθέσιμο φάσμα.

Αναλυτικά, κατακυρώθηκαν στις τρεις συμμετέχουσες εταιρίες τα εξής φασματικά δικαιώματα:

COSMOTE: Δύο (2×5 MHz) τμήματα στη ζώνη των 800 ΜHz και οκτώ (έξι των 2×5 MHz και δύο των 10 ΜHz) τμήματα στη ζώνη των 2600 MHz, με συνολικό τίμημα 134.788.000 ευρώ.
VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ: Δύο (2×5 MHz) τμήματα στη ζώνη των 800 ΜHz και έξι (τέσσερα των 2×5 MHz και δύο των 10 ΜHz) τμήματα στη ζώνη των 2600 MHz, με συνολικό τίμημα 124.501.000 ευρώ.
WIND: Δύο (2×5 MHz) τμήματα στη ζώνη των 800 ΜHz και τέσσερα (2×5 MHz) τμήματα στη ζώνη των 2600 MHz, με συνολικό τίμημα 121.825.000 ευρώ.

Περισσότερα εδώ.