Έμφαση στο e-government επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Ένωση

85

Μεγαλύτερη έμφαση στις ψηφιακές εφαρμογές και υπηρεσίες που αφορούν τις σχέσεις του κράτους με τον πολίτη, θα δώσει επιπλέον ώθηση στην ψηφιακή ανάπτυξη της Ελλάδας, υποστήριξε ο Ευρωπαίος Επίτροπος αρμόδιος για την Ενιαία Ψηφιακή Αγορά, Άντρους Άνσιπ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε με αφορμή την επίσκεψη του στην Αθήνα.

Σχολιάζοντας την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο κ. Άνσιπ σημείωσε ότι η Ελλάδα δείχνει να είναι στο τέλος ενός “μαραθωνίου”, αλλά για να τον τελειώσει θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα θέματα της ψηφιακής πολιτικής. Σημειωτέον πως ο κ. Άνσιπ ήταν πρωθυπουργός της Εσθονίας και όπως επεσήμανε, υπεραμύνθηκε της επιλογής η χώρα του να είναι από αυτές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, εκτιμώντας ότι αν η Εσθονία αντιμετώπιζε αντίστοιχα ζητήματα, οι Έλληνες θα βοηθούσαν.

Όσον αφορά την πορεία της αξιοποίησης των ψηφιακών τεχνολογιών στην Ελλάδα, ο κ. Άνσιπ υποστήριξε ότι “τα τελευταία δύο χρόνια έχουν γίνει πολλές κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά μπορείτε να κάνετε πολύ περισσότερα”.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο επίτροπο, η Ελλάδα παρουσίασε μία άνοδο της τάξεως του 8,5% όσον αφορά το δείκτη DESI (Digital Economy & Society Index) και ήταν η χώρα με τον 4ο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης. Όμως, η Ελλάδα παραμένει στην 26η θέση μεταξύ των 28 κρατών – μελών, κάτι που σημαίνει ότι έχει πολύ δρόμο μπροστά της.

Ο κ. Άνσιπ αναφέρθηκε και σε επιτυχημένα παραδείγματα ψηφιακών υπηρεσιών από την πλευρά του ελληνικού Δημοσίου, όπως είναι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και το Taxisnet, αλλά σημείωσε ακόμη ότι η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει το θέμα της ψηφιακής ταυτότητας. Πρόσθεσε δε ότι στην Εσθονία (σ.σ. η οποία θεωρείται από τις πλέον καινοτόμες χώρες, παγκοσμίως, σε θέματα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης) η θέσπιση της ψηφιακής ταυτότητας έχει ως αποτέλεσμα οι πολίτες να γλυτώνουν ετησίως μία εβδομάδα αναμονής στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ τόνισε χαρακτηριστικά ότι “στην Εσθονία το κράτος απαγορεύεται να ζητά δεύτερη φορά μία πληροφορία από τον πολίτη του”.

Αναφερόμενος στην προώθηση της ενιαίας ψηφιακής αγοράς και της ψηφιακής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Αγοράς, ο κ. Άνσιπ τόνισε ότι ακόμη δεν υφίσταται και ότι υπάρχουν πολλά εμπόδια να υπερπηδηθούν, ενώ σημείωσε ότι το κόστος της μη μετάβασης στην ψηφιακή οικονομία ανέρχεται στα €415 δις ετησίως. Από την άλλη πλευρά, έχουν γίνει ορισμένες κινήσεις, όπως είναι η επικείμενη κατάργηση των χρεώσεων περιαγωγής και η δυνατότητα “φορητότητας” των υπηρεσιών περιεχομένου σε άλλα κράτη – μέλη.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε, πάντως, στο θέμα των δικτύων κινητής τηλεφωνίας 5ης γενιάς (5G). Η ευρεία εμπορική διάθεση υπηρεσιών 5G σε όλα τα κράτη – μέλη μέχρι το 2025 αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της ΕΕ, ενώ στόχος, επίσης, είναι να υπάρχει κάλυψη με δίκτυο 5G σε τουλάχιστον μία πόλη της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, οι επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου αυτού εκτιμώνται σε €500 δις και αυτήν τη στιγμή, σύμφωνα με τον κ. Άνσιπ, εκτιμάται ότι υπάρχει ένα χρηματοδοτικό κενό €157 δις λόγω του υφιστάμενου πλαισίου. “Θα πρέπει να κάνουμε σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο, προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα”, τόνισε ο Ευρωπαίος επίτροπος.

Για τον κ. Άνσιπ, το 5G δείχνει να αποτελεί σημείο – κλειδί για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. “Η Ευρώπη έχει μείνει πίσω” ανέφερε ο Εσθονός επίτροπος, υπενθυμίζοντας την ηγετική θέση που είχε η Γηραιά Ήπειρος με το 2G και τα οφέλη που είχαν υπάρξει. Τόνισε δε ότι ο ανταγωνισμός για το 5G,  σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι μεγάλος, δεδομένου ότι η Ιαπωνία σκοπεύει να προσφέρει πλήρη κάλυψη με δίκτυα 5G στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο το 2020, ενώ αντίστοιχα πλάνα έχουν και οι Κορεάτες για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2018.

Όσον αφορά τη σημασία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, ο κ. Άνσιπ αναφέρθηκε στην αγορά των εφαρμογών για smartphones (apps). Στην Ευρώπη, η αξία της συγκεκριμένης αγοράς το 2014 ήταν στα €17 δις και απασχολούσε 1,5 εκατ. άτομα, ενώ το 2018 εκτιμάται ότι θα έχει φθάσει στα €63 δις και στα 4,3 εκατ. εργαζόμενους.

Πηγή: ΣΕΠΕ